Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Ποιά είναι η σχολή σου μωρή;


Όσο και αν νομίζετε πως το παρακάτω άρθρο αναφέρεται σε κάποια πατσαβούρα είστε γελασμένοι και άκρως παραπλανημένοι από τον τίτλο,αυτό όμως δεν συνεπάγεται πως δε θα πέσει κράξιμο και δε θα βγάλω την χολή μου πάλι. Αυτή τη φορά πιάνω και κολλάω στον τοίχο την ραπ.
Αρχικά θα σας κάνω ένα μάθημα ως άσχετοι που είστε στην μουσική παιδία. Ονομάστηκε έτσι εκ του αγγλικού ακρωνύμιου r.a.p (δηλαδή Rhythm And Poetry βρε άσχετε τσοπάνη). Πρόκειται για είδος που δίνει έμφαση στους στίχους (ρίμες) και στο περιεχόμενο αυτών και η μουσική συνήθως είναι συνοδευτική και δευτερεύουσας μέριμνας. Οι στίχοι, αυτοσχέδιοι στην καθημερινή έκφραση αλλά επεξεργασμένοι στις παραγωγές, δεν τραγουδιούνται, αλλά απαγγέλλονται με ιδιαίτερο, ρυθμικό τρόπο,ενώ η μουσική δανείζεται στοιχεία από τη soul, τη τζαζ όσο και από άλλα ποικίλα μουσικά     Αφού λοιπόν μάθατε εσείς τι είναι η ραπ αφήστε με και μένα να κάνω την δουλειά όπως ξέρω... Γυρίζω από τα χειρότερα μπουντρούμια του youtube που θα μπορούσε ποτέ κανείς να πέσει. Πολέμησα με δράκους που ξερνούσαν τις χειρότερες ρίμες που άκουσε ποτέ το γλυκό μου το αφτάκι και είδα πρόσωπα που όταν το καταλάβει η μαϊμού θα ζητήσει πίσω τον κώλο της!
 Το ήξερα πως υπάρχουν καθυστερημένοι εκεί έξω και δεν αναφέρομαι στο διάστημα αλλά έξω από το σπίτι μου. Καθυστερημένα πιο πολύ και από την Patty την ίδια! Παρ' όλα αυτά πάμε να γνωρίσουμε το Top5 των μεγαλύτερων αποτυχιών που έγιναν ποτέ.

 Στο νούμερο 5 συναντάμε τον μέγα FORIS MC. Ο Foris πάσχει από γεννετήσια μαλάκινση. Όταν ήταν μικρός η μάνα του τον έπαιρνε στην εκκλησία με το ζόρι και ο Foris  κόλλησε με τους ψαλμούς. Μεγαλώνοντας ο Foris διάβασε όλο το λεξικό του Μπαμπινιώτη (δις!) και από την πολύ την γνώση χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο με όση δύναμη έπαιζε το πουλί του. Όταν συνήλθε από το κώμα πίστευε πως είναι ραψωδός-παπάς-ο Neo (γι’ αυτό και το γυαλί) και έτσι αποφάσισε να χαρίσει στον κόσμο βίντεο με τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες με στίχους Μπαμπινιώτη MC σε church beat. Άξια πιστεύω κατέχει την 5η θέση.


Στο νούμερο 4 συναντάμε ένα άλλο νούμερο τον MC Tolis. Ο κ. Tolis δηλώνει MC στο χωριό του και ραπάρει με τα πρόβατα του παρέα. Όταν ήταν μικρός τον βίαζε ο θείος του και ο ξάδελφος του και θέλει να πάρει εκδίκηση για αυτό. Ώς καλός τσοπάνης έχει πολύ ελεύθερο χρόνο να κάτσει να φιλοσοφήσει την ζωή του. Ύστερα από πολλές φιλοσοφικές συζητήσεις που είχε με τα 3 πρόβατα του, τις 2 κατσίκες και το τσοπανόσκυλο του τον Βιτάμ κατάλαβε πως "στην ξαδέρφη και στην θεία η ψωλή πάει ευθεία" πράγμα που κανείς μας  ποτέ δε σκέφτηκε. Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας πήρε και το κατοχύρωσε με τα πνευματικά του δικαιώματα πως όταν αποφασίσουμε να πηδήξουμε την ξαδέρφη μας ή την θεία μας πρώτα θα πρέπει να έχουμε βάλει το πουλί μας, από το προηγούμενο βράδυ, ανάποδα από ότι κάθετε συνήθως μέσα στο βρακί, ώστε να "στρώσει" και να ισιώσει πριν μπει έρθουμε σε επαφή με τον συγγενή μας.



Στο νούμερο 3 έχουμε τον PANOS MC που μας έρχεται κατευθείαν από τα επείγοντα περιστατικά. Ο PANOS πάσχει από αυτισμό με αποτέλεσμα να έχει μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία. Η μάνα του μικρό το έστελνε στα φανάρια και εκεί γνώρισε την Λίζα, την ερωτεύτηκε και πέρασε 20 χρόνια προσπαθώντας να γράψει τους ραπ στίχους του για να κλέψει την καρδιά της αγαπημένης του. Ο PANOS ως πολύ μπροστά από όλους τους ράπερς έφερε νέες κινήσεις -πρωτοποριακές- στον χώρο αυτό όπως το "το βλέμμα μου το αλλήθωρο που ανάθεμα με τι κοιτάζω" και το "τώρα κουνάω τα χέρια; μήπως τώρα; καλά θα τα κουνήσω τώρα, δε γαμιέται..."



Στο νούμερο 2 συναντάμε τον Snoopyred ή αλλιώς Ντρούλη (από το χοντρούλη). Ο Snoopyred πάσχει από ελλιπές λεξικό και κρίση πολλαπλής ταυτότητας. Την μία είναι Snoopyred, μετά είναι ο Λεωνίδας, μετά τον λένε Σπάρτα, ύστερα βασιλιάς της Ελλάδος και τέλος ο Μέγας Αλέξανδρος. Η κατάσταση του είναι πολύ σοβαρή και προσπαθεί απελπισμένα να βρει την ταυτότητα μέσα από τις αυθόρμητες ρίμες του. Είναι μέντορας των ZN, του Μηδενιστή και των Goin Through  και όσο κάνουν όλοι αυτοί μπορεί να τους αγοράσει πακετάκι!



Στο νούμερο 1 βγαλμένος από ραψωδό μάνα, πατέρα και κουμπάρο, ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ! Ο Μικρός Νικόλας μιας και είναι κάτω από το αυλάκι (κοιτάξτε τι βγάζουν τα μέρη μου, καμάρι μου Νικόλα!!) έχει καπνίσει τον μισό Ταΰγετο. Μπαφιάρης λοιπόν ράπερ έρχεται να μας αποτελειώσει με τις ρίμες του και δηλώνει πως επέστρεψε μετά από 7 χρόνια!!!!! 


Αααααχχχχχ είχα καιρό να βγάλω τόση χολή.Να σημειώσω πως καθ' όλη την διάρκεια που έγραφα το κείμενο άκουγα αληθινή ραπ και γι' αυτό έβγαλα και τέτοιο μίσος προς τα καημένα θύματα του άρθρου.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Παιχνίδια με τον διάβολο


 Πέταξε την τσάντα του στο κρεβάτι και κάθισε στην καρέκλα. Άπλωσε τα πόδια του πάνω στο γραφείο και τέντωσε πίσω τα χέρια του να ξεπιαστεί. Δεν είχε πολύ ώρα και έτσι σηκώθηκε αμέσως. Πήγε στην κουζίνα και χωρίς να χάσει χρόνο άνοιξε το μάτι της κουζίνας. Σήμερα ήταν η μέρα που εκείνος μαγείρευε και ήθελε να τα προλάβει αυτή τη φορά. Ξαφνικά το τηλέφωνο χτύπησε.
-Παρακαλώ; Ρώτησε το αγόρι.
-Έλα Ερμή αγόρι μου, θα φάω με τα παιδιά από το γραφείο πάρε κάτι απ’έξω,είπε μια γνώριμη φωνή και μετά κόπηκε το σήμα.
-Δε γαμιέται! Αναθεμάτισε δυνατά και σήκωσε αμέσως το ακουστικό να παραγγείλει.
Το κλείσιμο της πόρτας τον έκανε να πεταχτεί από την πολυθρόνα που καθόταν τις τελευταίες ώρες.
-Σε ξύπνησα αγόρι μου;
-Μπα, ότι κάθισα. Πως ήταν η μέρα σου; Ρώτησε το αγόρι χωρίς να τον πολυνοιάζει .
Τα τελευταία χρόνια ήταν λίγο απόμακροι πατέρας και γιος αλλά πότε προσπαθούσε ο ένας και πότε ο άλλος για να κρατήσουν ακόμη ζωντανό το αίσθημα της οικογένειας.
-…ε και μετά είπα να γυρίσω γιατί είχε περάσει η ώρα, τελείωνε τη φράση του τώρα ο πατέρας του. Μήπως έβαλες θερμοσίφωνο να κάνω ένα μπανάκι;
-Έβαλα, φώναξε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω του ο Ερμής.
 Περπάτησε ως το γραφείο του και άρπαξε μια φωτογραφία μέσα από το συρτάρι. Κάθισε για λίγη ώρα να την κοιτάζει. ¨Μου λείπεις¨ σκέφτηκε από μέσα του. Άφησε πάλι την κορνίζα στην θέση της και πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι ελπίζοντας πως θα την ονειρευτεί.
 Ξύπνησε στον ύπνο του από κλάματα. Ήθελε να ανοίξει τα μάτια του να την δει όμως δεν έπρεπε. Ήξερε πως δεν ήταν αυτή.¨Μόνο για μια στιγμή¨, σκέφτηκε από μέσα του. Άνοιξε τα μάτια του και την είδε να κάθεται στην καρέκλα του, να έχει γυρισμένη την πλάτη της και να κλαίει σιγανά. Τα μαύρα μαλλιά της είχαν πέσει μπροστά από το πρόσωπο της και έκρυβαν τα δάκρια της.
-Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομα Σου. Ελθέτω η βασιλεία Σου.Γενηθήτω το θέλημα Σου…  άρχισε να ψιθυρίζει από μέσα του όμως δεν μπορούσε να την βλέπει να κλαίει. Έπιασε σφιχτά τον σταυρό του και συνέχισε να ψέλνει πιο δυνατά αυτή τη φορά με τα μάτια κλειστά.
 Σταμάτησε για λίγο να αφουγκραστεί μες στην σιωπή. Δεν άκουγε τίποτα πέρα από την καρδιά του που χτυπούσε δυνατά. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και άνοιξε αμέσως το φως. Πήγε προς την καρέκλα και την χάιδεψε με το χέρι του. Το μάτι του έπεσε πάνω σε μια τρίχα μακριά και μαύρη σαν το σκοτάδι της αβύσσου. Την πήρε στα χέρια του και την είδε να εξαφανίζεται σιγά σιγά. Κοίταξε το ρολόι του και έδειχνε 3 τα ξημερώματα, χαμογέλασε για μια στιγμή και  πήρε ένα κομμάτι χαρτί και ένα στυλό. Σχεδίασε πάνω ένα τετραγράμματων και κόλλησε το χαρτί πάνω από το προσκέφαλο του. Θα τον φυλούσε για το υπόλοιπο της νύχτας.
 Σηκώθηκε το πρωί αμέσως μόλις έφυγε ο πατέρας του για δουλειά. Έφτιαξε έναν καφέ στα γρήγορα και πήγε αμέσως στην αποθήκη, εκεί που είχε όλα του τα παλιά πράγματα. Κατέβασε την κούτα που έγραφε ¨παιχνίδια¨και έβγαλε από το εσωτερικό της κάποια βιβλία που είχε ορκιστεί πως δε πρέπει να διαβάσει πάλι αλλά κάτι τον κράτησε και δεν τα πέταξε. Το φως τρεμόπαιξε για μια στιγμή αλλά είχαν πάψει να τον τρομάζουν από καιρό τέτοιες καταστάσεις.
 Άφησε πάνω στο γραφείο του να πέσουν τα βιβλία, το ¨Νεκρονόμικον¨,"Το βιβλίο του Ενώχ¨ και  η ¨Σολομωνική¨. Ήταν σίγουρος πως κάπου εκεί μέσα ήταν η απάντηση. Δεν ήταν πρώτη φορά που θα το έκανα αλλά έπρεπε να ήταν η τελευταία σίγουρα.
   Το βράδυ τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι με έναν σωρό από χαρτιά σκορπισμένα στο δωμάτιο. Το χαρτί με το τετραγράμματων πάνω από το προσκεφάλι του ξεκόλλησε και έπεσε ελαφρά στο πάτωμα. Χωρίς να καταλάβει κάτι, συνέχισε να ξεφυλλίζει τις σελίδες και να ψάχνει ώσπου ένοιωσε μια παράξενη αύρα στον χώρο. Τα μάτια του άρχιζαν να σκοτεινιάζουν και ήξερε τι σήμαινε αυτό. Έβγαλε τον σταυρό μέσα από το μπλουζάκι του και το κράτησε σφιχτά. Έκανε να αρχίσει να ψέλνει αλλά δε θα έπιανε καμιά τέτοια μαλακία, αυτή τη φορά. Σηκώθηκε πετώντας τα βιβλία από πάνω του έσκυψε πάνω από το χαλί. Το έπιασε και το σήκωσε με μανία πάνω. Πήγε ως το γραφείο και πήρε ένα μολύβι, όσο ακόμη μπορούσε να δει στο σκοτάδι που τον τύφλωνε.  Έπεσε στο πάτωμα και έφτιαξε έναν μεγάλο κύκλο γύρω του. Φωνές άρχισαν να ακούγονται μέσα στο κεφάλι του. Δεν έπρεπε να τα παρατήσει τώρα, έπρεπε να κρατηθεί για κείνη.
 Άρχισε να ζωγραφίζει σύμβολα μέσα στο κύκλο όταν εμφανίστηκε μπροστά του εκείνη. Χάζεψε για μια στιγμή το πόσο όμορφη είναι αλλά αμέσως κοίταξε και πάλι στο πάτωμα και συνέχισε.
-ΦΥΓΕ ΠΟΥΤΑΝΑ! Της φώναξε και ένας λυγμός βγήκε από μέσα του. Ήξερε πως δεν ήταν εκείνη παρά ένας πειρασμός να βγει από τον κύκλο. Το είδωλο της εξαφανίστηκε χαμογελώντας του πονηρά.
 Δεν είχε ποτέ σκεφεί πως θα ερχόταν μια τέτοια μέρα που θα έπρεπε να το κάνει μόνος του. Όμως εκείνος έφταιγε που τώρα εκείνη είναι νεκρή και δύο μόνο τρόποι υπήρχαν να απαλαχτεί από τις τύψεις του. Ή να πληρώσει εκείνος ή να εκδικηθεί για εκείνην. Πέθανε στα χέρια του όταν εκείνος της ζήτησε να του δείξει πως το κάνει. Ήταν περίεργος να δει τι υπάρχει στην άλλη πλευρά. Δεν ήταν έτοιμος και του το είχε πει όμως τον αγαπούσε και δεν μπορούσε να του χαλάσει χατίρι.¨Η μικρή μου μαγισσούλα είναι νεκρή¨ σκέφτηκε…
-Θα σε γαμήσω καριόλη!
Αμέσως ακούστηκε κάποιος να γελάει μαζί του και θύμωσε ακόμη πιο πολύ. Ήθελε να βγει από τον κύκλο που τον κρατούσε ακόμη ζωντανό και να τρέξει καταπάνω του και να τον χτυπήσει και ας τιμωρείται αιώνια για αυτό, όμως μια εικόνα στην καρδιά του τον κρατούσε ακόμη.
Τώρα χρειαζόταν λίγο αίμα να τρέξει για να υποτάξει τον δαίμονα να τον ακούσει όσα είχε να πει. Δάγκωσε δυνατά το χέρι του πιο πάνω από τις φλέβες, εκεί που το δέρμα είναι ακόμη απαλό και το ξέσκισε με τα δόντια του. Αίμα άρχισε να πέφτει και μια φιγούρα ενός γέρου άντρα βρέθηκε μπροστά του. Ο Ερμής τρόμαξε στο θέαμα του άσχημου γέρου. Με σκισμένα ρούχα και δέρμα που έχει λιώσει πάνω του ενώ τα κόκκαλα του να προκαλλούν στο θέαμα. Η ανάσα του μύριζε θάνατος και το βλέμμα του ήταν κενό.
-Δε βλέπεις τίποτα άλλο πέρα από την είκονα σου μετά από σήμερα, του είπε ο δαίμονας.
-Φέρ΄την πίσω! Του φώναξε χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω του.
-Και; Τι θες να έχεις μια νεκρή μαζί σου ανόητε!
-Δεν πέθανε ποτέ παλιοκαριόλη! Εσύ φταις για ΌΛΑ.
Ο γέρος άρχισε να βηματίζει γύρω από το παιδί γλύφοντας πότε πότε τα χείλη του.
-Εσύ φταις! Εσύ την σκότωσες με την αρρώστια σου για γνώση. Μάθε πως η γνώση δεν είναι για όλους και σίγουρα όχι για ανθρωπάκια σαν εσένα. Και το αντίτιμο της είναι να χάνεις τους δικούς σου ανθρώπους και εσύ να ψοφάς στην μιζέρια όσο οι τύψεις θα σε τρώνε κάθε βράδυ και το πρωί θα πρέπει να σηκώνεσαι περιμένοντας το βράδυ να σε φάνε πάλι. Μάθε πως αυτός θα είναι ένας φαύλος κύκλος για το υπόλοιπο της ζωής σου και η κατάντια σου δεν είναι τίποτα πιο πέρα από ότι υπάρχει μες στο δωμάτιο. Όμως εγώ θα στην φέρω πίσω γιατί εσύ έπρεπε να είσαι στην θέση της.
-Τι θες για αυτό, ρώτησε ο Ερμής γνωρίζοντας ήδη την απάντηση
-Εσένα, του απάντησε και τον έδειξε ο δαίμονας.
-Εντάξει του φώναξε ο Ερμής και βγήκε από τον κύκλο.
Λίγες ώρες μετά ο πατέρας του γύρησε σπίτι. Μπήκε στο δωμάτιο του και είδε την κόρη του. Αμέσως εκείνη ξύπνησε και με ένα άγχος.
-Τι έγινε αγάπη μου σε τρόμαξα; Της είπε ο πατέρας της.
-Όχι, απλώς είδα ένα περίεργο όνειρο, είπε και καθησύχασε τον εαυτό της.