Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ιστορία χριστουγέννων

Είχε νυχτώσει για τα καλά και οι δρόμοι είχαν αδειάσει. Αέρας κρύος φυσούσε και έπαιρνε τον καπνό από τις καμινάδες των σπιτιών. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι όμως κάπου κάπου άκουγες κάποιο σκυλί να γαυγίζει από το κρύο.
 Δυνατός αέρας φύσηξε και σήκωσε το χάρτινο κουτί από πάνω του και το πέταξε μακριά. Από κάτω ένα παιδί έκανε μια απότομη κίνηση να το πιάσει μα δε το πρόλαβε. "Δεν πειράζει, έτσι και αλλιώς δεν με ζέστενε" , είπε από μέσα του και προσπάθησε να ξεγελάσει τον εαυτό του.
 Ο μικρός κόλλησε την πλάτη του στον κρύο τοίχο από πίσω του και μάζεψε τα πόδια του στο στήθος του. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να σκέφτεται και να κάνει όνειρα μέσα από ένα ζεστό σπίτι με μια οικογένεια που θα τον αγαπά και ίσως έναν σκύλο να παίζει στα πόδια τους.
 Είχε αρχίσει να ξημερώνει όταν άνοιξε τα μάτια του. Είχε περάσει όλη την νύχτα σε εκείνη την κρύα γωνιά για ακόμη ένα βράδυ. Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε ψηλά τον ουρανό, το φεγγάρι ίσα που φαινόταν και ο ήλιος ήταν έτοιμος να ξεπροβάλλει. Έφερε τα χέρια στο στόμα και φύσηξε ζεστό αέρα μέσα τους και άρχισε να τα τρίβει μεταξύ τους, ύστερα τα έβαλε βαθιά μέσα στις τσέπες του παντελονιού του και ξεκίνησε να βγει από το στενό που ζούσε τόσες μέρες.
 Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και την επομένη είχε τα γενέθλια του. Θα γινόταν δεκαπέντε. Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια πέρασαν σχεδόν από όταν γεννήθηκε και τα τέσσερα τελευταία τα έχει περάσει μόνος του στους δρόμους. Τον πάτερα του δεν τον γνώρισε ποτέ και η μητέρα του πέθανε πριν μερικά χρόνια. Ούτε τότε είχαν λεφτά αλλά είχαν ένα σπίτι που έμεναν και ας έμπαινε κρύο από τα παλιά παράθυρα και ας  έσταζε το ταβάνι όταν έβρεχε. Τουλάχιστον είχαν ο ένας τον άλλον. Έμεινε για λίγο καιρό μόνος στο σπίτι μετά τον θάνατο της μητέρας του αλλά ήρθαν κάποια μέρα μπουλντόζες απ έξω και τον έδιωξαν οι μεγάλοι γιατί έπρεπε, λένε, να χτιστεί μεγάλο κατάστημα εκεί.
 Σκούπισε ένα δάκρυ που έτρεχε πάνω στο κόκκινο μάγουλο του και συνέχισε να περπατάει. Οι βιτρίνες ήταν όλες στολισμένες με πολύχρωμα φωτάκια, ψεύτικο χιόνι, καραβάκια και αγιοβασίληδες. Είχε σταματήσει και κοιτούσε μια βιτρίνα με ρούχα. Πόσο όμορφα θα ένοιωθε μέσα σε αυτά. Δε θα ντρεπόταν που ήταν κάθε μέρα με τα ίδια βρώμικα και μπαλωμένα ρούχα.
 Φρέσκο ψωμί μύρισε έντονα από τον φούρνο μπροστά του. Είχε να φάει δύο μέρες, από τότε που έκλεψε μια σοκολάτα από ένα περίπτερο. "Ελπίζω να έχει ζεστή καρδιά ο κύριος φούρναρης" σκέφτηκε από μέσα του και προχώρησε προς τον φούρνο. Έφτασε στην πόρτα του εργαστηρίου και ένοιωσε την ζέστη του φούρνου να ηρεμεί το κορμάκι του που έτρεμε από το κρύο. Ο φούρναρης μέσα πηγαινοερχόταν στους πάγκους και δεν είχε προσέξει τον μικρό επισκέπτη στην πόρτα.
- Κύριε μήπως θα μπορούσατε... ξεκίνησε ο μικρός να λέει.
- Φύγε μας τα είπαν, γύρισε και του απάντησε ο φούρναρης.
Είχε ξεχάσει πως ήταν παραμονή Χριστουγέννων και έλεγαν τα κάλαντα σήμερα, πάνε τόσα χρόνια που είχε βγει να τα πει.
  "Όχι, λίγο ψωμί θα ήθελα να φάω", του αποκρίθηκε ο μικρός σχεδόν ψιθυρίζοντας από μέσα του κοιτώντας το πάτωμα. Ο φούρναρης άφησε κάτω την ζύμη κα γύρισε και τον κοίταξε με άγριο ύφος. "Και τι είμαστε εδώ; Συσσίτιο για τους απόρους; Φύγε και άντε αλλού να ζητιανέψεις!" Ένα "συγνώμη κύριε" μουρμούρισε ο μικρός φεύγοντας και βγήκε έξω.
   Βγαίνοντας από την πόρτα είδε μια γυναίκα απέναντι να τον προσέχει και να του χαμογελάει. Ήταν ψηλή με έναν μαύρο σκούφο στα μακριά ξανθά μαλλιά της και τα μάτια της είχαν μια πράσινη απόχρωση που δεν είχε ξαναδεί σε άνθρωπο. Το χαμόγελο της ήταν ζεστό, σχεδόν αγγελικό σκέφτηκε από μέσα του.
  Ένοιωσε ντροπή για τον εαυτό του που το παντελόνι του ήταν τόσο βρώμικο, τα παπούτσια του σκισμένα και το πουλόβερ του σχεδόν δεν του έκανε, ενώ εκείνη ήταν τόσο όμορφα ντυμένη με μια μαύρη καπαρντίνα μακριά και μαύρες ψηλές μπότες. Την κοίταξε για ακόμη μια φορά και έφυγε.
  Πιο κάτω στον δρόμο άκουσε ένα γάβγισμα πίσω από έναν κάδο. "Υπάρχουν και άλλοι μόνοι τους αυτές τις μέρες" σκέφτηκε και προχώρησε προς τον ήχο. Πίσω από τον κάδο αντίκρισε ένα μαύρο κουτάβι να έχει μαζευτεί για να προφυλαχθεί από το κρύο. Ο πιτσιρικάς κάθισε δίπλα του και το έβαλε ανάμεσα στα τυλιγμένα μεταξύ τους πόδια του. Το κουτάβι του έγλυψε το δάχτυλο και γύρισε και τον κοίταξε μέσα στα μάτια. 
  Βήματα άκουσε να έρχονται προς το μέρος του και μαζεύτηκε πιο πολύ.
- Εδώ είσαι και σε έψαχνα; είπε μια γλυκιά φωνή.
  Η ξανθιά γυναίκα που είδε πιο πριν τώρα στεκόταν από πάνω του και του χαμογελούσε πάλι.
- Χαίρομαι που βρήκες παρέα, του είπε η γυναίκα και κάθισε δίπλα του κάτω. Ο μικρός χαμογέλασε, ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνη τη στιγμή και του έβγαινε από την καρδιά του.
- Πως σκέφτεσαι να τον βγάλεις; τον ρώτησε και πήρε στα χέρια της το κουτάβι να το χαϊδέψει.
- Δεν είναι δικός μου, απλώς τον βρήκα μόνο του να κρυώνει και τον πήρα αγκαλιά.
- Φαίνεται να θέλει παρέα, γιατί δεν τον κρατάς; τον ρώτησε με ήρεμη φωνή η γυναίκα
- Δεν έχω σπίτι να τον πάρω, ούτε λεφτά να τον ταίζω, είπε το παιδί.
- Τότε γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις μαζί μου; του είπε η ξανθιά παρουσία και του έδωσε πίσω το κουτάβι.
- Αλήθεια; Πως είναι το σπίτι σου; ρώτησε με ένα χαμόγελο το παιδί.
- Μεγάλο, είπε εκείνη. Έχει πολλούς κήπους και πολλά ζώα. Δε θα κρυώνεις ποτέ ούτε θα φοβάσαι. Τι λες;
  Ο μικρός κούνησε θετικά το κεφάλι του, δε μπορούσε να μιλήσει επειδή είχε βουρκώσει.
- Το κουτάβι μπορείς να τον βγάλεις Λούσιφερ επειδή τον βρήκες με τον ερχομό του ηλίου, είπε η γυναίκα και σηκώθηκε.
"Λούσιφερ" ψιθύρισε το παιδί και χαμογέλασε. 
- Θα περάσω να σε πάρω αύριο, θα βρεθούμε στον φούρνο εκεί που γνωριστήκαμε, την ίδια ώρα με σήμερα. Πάρε και αυτό, του είπε και του έδωσε μια σακούλα με φρέσκο ζεστό ψωμί. Είναι από τον φούρναρη, δε σε πρόλαβε να στο δώσει, είπε και του έκλεισε το μάτι.
  Ο μικρός ήθελε να κλάψει αλλά κρατήθηκε. Πήρε το ζεστό ψωμί στα χέρια του και έκοψε λίγο να φάει. Ο Λούσιφερ γύρισε αμέσως και τον κοίταξε και ο πρώτος τον τάισε.
- Αυτό είναι για τα γενέθλια σου αύριο, του είπε και του φόρεσε τον σκούφο της στο κεφάλι του και γύρισε να φύγει. Θα τα πούμε αύριο καλέ μου.
- Μα πως το ξέρεις; την ρώτησε καθώς έφευγε μα δεν του απάντησε.
  Μετά από λίγο ο μικρός σηκώθηκε, πήρε στην αγκαλιά του τον Λούσιφερ και στην άλλο χέρι κράτησε τη σακούλα με το ψωμί που έμεινε. Έκανε κάποιες βόλτες στο χωριό και σκεφτόταν συνεχώς πως θα είναι το καινούριο του σπίτι και πόσο τυχερός ήταν. Το βράδυ δε μπορούσε να κοιμηθεί με τίποτα και πριν ξημερώσει καν βρισκόταν πάλι στο δρόμο για τον φούρνο.
  Οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά, ήταν Χριστούγεννα και ο όλοι έβγαιναν από τις εκκλησίες. Κόσμος είχε μαζευτεί έξω από έναν φούρνο. Ένα αγόρι βρισκόταν νεκρό έξω από την πόρτα και ένα κουτάβι γάβγιζε από πάνω του.
Κάποιος φώναξε πως έχει ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Ο κόσμος έσπασε. Είχαν να γιορτάσουν με τις οικογένειες τους.