Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Στην Χώρα της Αλήθειας

"Μην με βλέπεις απαξιωτικά.
Άσε με να σε αγγίξω, να σε πονέσω.
Τότε θα καταλάβεις αν ζεις ή είσαι νεκρός και δεν στο είπαν ποτέ.
Μην φοβάσαι, χάιδεψε με και μάθε από μένα.
Άφησε με να γίνω ώθηση κάπου ανάμεσα στις αμαρτίες σου και τις επιθυμίες σου.
Κι αν μπορείς, μετουσίωσε με σε έμπνευση. 'Ω θεοί, τί όμορφο που θα ήταν;"
Μου είπε και λυτρώθηκε.
Εγώ απόρησα.

Κι ύστερα έφυγε ο πόνος και ήρθε η έρωτας. Ναι. Η σίγουρα είναι γυναίκα.
'Ένα σμήνος από πεταλούδες πολύχρωμες ήταν γύρω της,
φαντάζομαι αυτές οι γαμημένες που μπαίνουν στο στομάχι μας.
Φλύαρη που λέτε η έρωτας και ξαφνικά έπαψε. Δεν μιλούσε, μόνο κοιτούσε.
Μια θλίψη την κύκλωσε. Προσπάθησα να φωτίσω τον χώρο.
Βεγγαλικά τα μάτια μου και τα δικά της τόσο μαύρα.
Την λυπήθηκα, δεν μπορούσε να ορθοποδήσει μόνη της.
Με κούρασε και την άφησα. Ίσως βρει ανταπόκριση και βοήθεια από αλλού.
Εγώ μάλλον δεν της έκανα. Στα παπάρια μου.

Προχώρησα και είδα την αγάπη από μακρυά. Άρχισα να προχωράω προς το μέρος της.
Γυμνή, κάτω από έναν καταρράκτη από ροδοπέταλα μου χαμογελούσε.
Ήλιο δεν είχε, εκείνη φώτιζε από μακρυά σαν φάρος της Αλεξάνδρειας.
Γύρω της άγρια όλα, άγριοι κισσοί φύτρωναν από μακριά
και κατέληγαν όμορφα τριαντάφυλλα κοντά στα πόδια της.
Άρχιζα να ξεκουμπώνω το πουκάμισο μου, κλειδαριές τα κουμπιά του.
Έβγαζα το κάθε ρούχο μου πιο δύσκολα μα πιο δυνατά.
Αφού όταν τα έβγαλα όλα, κατάλαβα πως ό,τι κρατάς, πίσω σε κρατάει.
Κι είδα σκορπιούς πάνω της και τσακάλια να χορεύουν γύρω της. Μα εκείνη δεν φοβόταν.
Ούτε εγώ. Έτρεξα σαν να μην υπήρχε αύριο και όσο έτρεχα, τόσο δεν την έφτανα.
Σταμάτησα. Δεν κουράστηκα, απλώς κατάλαβα.
Την είδα, την κατάλαβα, την ένιωσα. Θα είναι πάντα εκεί.
Σαν ουράνιο τόξο.


Κι έτσι συνέχισα γυμνός. Ή έτσι νόμιζα.
Προχωρούσα με πληγές στα πόδια και έναν κρύο βοριά να με χτυπά.
Τα βήματα μου με οδήγησαν στο δάσος, που η καρδιά του ήταν ξέφωτο.
Σίγουρα τρελάθηκα, απόρησε ο νους μου και του είπα να σωπάσει.
Κοιμήθηκα στην κουφάλα ενός αρχαίου δέντρου. Κι έκανα γλυκόν ύπνο.
Ξύπνησα σκεπασμένος με δέρματα πάνω μου. Έβλεπα κι ας μην είχε φως.
Μύριζα το καθετί γύρω μου. Με ένα σάλτο βρέθηκα όρθιος κι άρχισα να τρέχω.
Έφτασα στο ξέφωτο και κοίταξα το φεγγάρι. Ούρλιαξα και πήρα απάντηση.
Κοιμήθηκα γυμνός και ξύπνησα ντυμένος με δύναμη.

Κάθισα σε μια άκρη κι έγραψα. Έγραψα για όσο έκατσα.
Μια φωνή στα αφτιά μου, μου έλεγε πως τελειώνει ο χρόνος.
24 χρόνια ήταν η συμφωνία διάολε κι είμαι μόνο 24 ώρες στη γη της αλήθειας.
Τότε κατάλαβα. Χαμογέλασα με την βλακεία μου. Μου πήρε μια ολόκληρη ζωή 
να τα μάθω.
Και δεν είχα άλλη ζωή. Ήρθε η ώρα να πληρώσω σαν ένας άλλος Προμηθέας κι εγώ.
Έχω ακόμη πολλή φαιά εγκεφαλική ουσία αλλά νομίζω πως τελειώνει το μελάνι μου.
Αν έμαθα κάτι απ' όλα αυτά είναι πως...